Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανεωτερικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Προοδευτική τεχνοφοβία


Ποιοι και γιατί φοβούνται το δίκτυο 5G; Ο Λεωνίδας Καστανάς γράφει για την τεχνοφοβία των ανθρώπων στον σύγχρονο κόσμο.

Αναζητώ σπέρματα στο μακρινό 1980. Το οικολογικό και προοδευτικό κίνημα της εποχής μάχονταν κατά της περιφερειακής οδού Αλίμου - Καρέα - Κατεχάκη με το πρόσχημα της διατάραξης του οικοσυστήματος του Υμηττού. Το ίδιο κίνημα αντιτάχθηκε σθεναρά και στη σύνδεση της εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας με την παραλιακή. Εδώ το αφήγημα ήταν η καταστροφή του παραλιακού μετώπου λόγω αύξησης του κυκλοφορικού ρεύματος στην λεωφόρο Ποσειδώνος. Τα κινήματα προφανώς ήθελαν να συνδέονται τα βόρεια με τα νότια προάστια της Αθήνας αποκλειστικά μέσω της πλατείας Συντάγματος. Τους φαίνονταν πιο οικολογικό να γίνεται της κολάσεως στο κέντρο. Φυσικά η ίδια η ζωή διέψευσε τις εναλλακτικές Κασσάνδρες ως συνήθως.
Θυμήθηκα παλιές οικολογικές ιστορίες με αφορμή την διακοπή των δοκιμών του δικτύου 5G μετά από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της όμορφης Καλαμάτας. Πολίτες που υποστήριζαν την διακοπή ισχυρίστηκαν ότι υπάρχει σχέδιο στείρωσης των Καλαματιανών με παράλληλη εισροή μεταναστών ώστε να αλλοιωθεί η δημογραφική σύνθεση της πόλης. Φυσικά και το συμβούλιο δεν έκανε αποδεκτές τις μετρήσεις του Δημόκριτου που δείχνουν όρια ακτινοβολίας πολύ κάτω από τα επιτρεπτά, ούτε τις απόψεις των επιστημόνων ότι το δίκτυο 5G είναι κατά πολύ ασφαλέστερο από τα δίκτυα παλαιότερης τεχνολογίας. Όλοι είναι βαλτοί. Φυσικά οι αντιδράσεις, πέρα από τις βλάβες στην υγεία των πολιτών είχαν στόχο και τα κέρδη των εταιριών κινητής τηλεφωνίας, δηλαδή τον παγκόσμιο καπιταλισμό που ως γνωστό απεργάζεται σκοτεινά σχέδια κατά των λαών και γιατί όχι και κατά των Καλαματιανών.
Στον αγώνα κατά της τεχνοφιλίας δεν θα μπορούσε να λείψει η ποικιλώνυμη ελληνική αριστερά γνωστή για την προοδευτικότητα και τους αγώνες της κατά του τεχνοφασισμού. Γνωστά πράγματα στην Ελλάδα του 2020 μιας χώρας παραδόξως νεωτερικής. Πολύ παραδόξως.
Ο αγώνας των Καλαματιανών θα προστεθεί στο βιβλίο των μεγάλων αγώνων του λαού μας κατά της επένδυσης του Ελληνικού, κατά του εργοστάσιου διαχείρισης απορριμμάτων στην Κερατέα και φυσικά κατά των μηχανών του διαβόλου, των ανεμογεννητριών. Φαίνεται ότι ο προοδευτικός κόσμος αυτής της χώρας λέει ΝΑΙ στις θλιβερές και επικίνδυνες ανοικτές χωματερές παντός τύπου, στην κυκλοφοριακή συμφόρηση λόγω έλλειψης περιφερειακών αρτηριών, στα παλιά δίκτυα τηλεπικοινωνιών, ή στη χρήση του «αθώου» λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Ικανό μέρος της προοδευτικής Ελλάδας επιλέγει τον καρκίνο προκειμένου να γλιτώσει από την τεχνολογία. Συνήθως είναι το ίδιο με αυτό που συντάσσεται με το αντιεμβολιαστικό κίνημα αφού φαίνεται να προτιμά τις επιδημίες ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, διφθερίτιδας, πολιομυελίτιδας κλπ που κάποτε θέριζαν τα παιδιά της Ευρώπης, στον αγώνα της κατά των συμφερόντων των φαρμακοβιομηχανιών. Ο ανορθολογισμός προελαύνει φυσικά σε ολόκληρη τη νεωτερική Ευρώπη και όχι μόνο στη βαλκανική της εσχατιά. Αλλά θα μου πεις η Ελλάδα έδωσε 62% στον Τσίπρα για να μας κάνει Βενεζουέλα (χωρίς πετρέλαια) και δίνει 5-7% σε κόμμα που υπόσχεται το 2020 τον σταλινικό παράδεισο. Στα δίκτυα 5G θα κωλώσει;
Το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Την ίδια στιγμή το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων», που σε κάθε ευκαιρία καίει και σπάει την Πόλη του Φωτός, θέλει να αλλάξει το κοινωνικό σύστημα και να εγκαταλείψει τον καπιταλισμό. Και καλεί και τους οικολόγους να πυκνώσουν τις γραμμές του ενάντια στη λογική της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που καταστρέφει το περιβάλλον. Φυσικά πιστεύει και αυτό σε έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός με ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη. Αν στο δρόμο προκύψουν και γκιλοτίνες δεν τρέχει και τίποτα μέσα στο πρόγραμμα είναι και αυτές. Εμπρός λοιπόν για ένα μετακαπιταλιστικό πολιτισμό, ας επιστρέψουμε δηλαδή στο 1917 για να κάνουμε την ίδια διαδρομή μέχρι το 1989 και πάει λέγοντας. Διαρκής αναπαλαίωση, όπως διαρκής επανάσταση. 
Και έτσι καλά κρατεί η συζήτηση που έχει ανοίξει στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό γύρω από την λατρεμένη νεωτερικότητα και την γοητευτική μετανεωτερικότητα. Είναι του κράτους που διαφεντεύουν οι ελίτ, είναι της κοινωνίας ή μήπως είναι και των δύο αφού το κράτος κυβερνούν αυτοί που η κοινωνία επιλέγει; Και τότε τι σημαίνουν όλα αυτά τα κινήματα που ξεπηδούν από αντισυστημική και αντικαπιταλιστική αφετηρία; Οφείλονται στην έλλειψη πληροφόρησης, στην κακή εκπαίδευση ή είναι συνειδητές πολιτικές επιλογές;
Πίσω απ’ όλα αυτά ενυπάρχει ο φόβος. Αν ο νεωτερικός άνθρωπος «εγκατέλειψε τον Θεό» αναζητώντας την δική του ταυτότητα μέσα στον κόσμο, ο μετανεωτερικός δεν αναζητά καμιά ταυτότητα διότι βρίσκεται σε μια συνεχή κίνηση. Είναι ροή. Γεννιέται στην Ελλάδα, σπουδάζει στην Γαλλία, δουλεύει στον Καναδά, παντρεύεται στην Σιγκαπούρη, γερνάει στο Ντουμπάι και όλα αυτά τα κάνει άλλοτε με τη θέλησή του και άλλοτε από ανάγκη, αλλά πάντοτε με έναν εσωτερικό, ανομολόγητο φόβο. Η παγκοσμιοποίηση του δίνει δυνατότητες αλλά και του παίρνει ξεγνοιασιά. Τον θέλει χωρίς παγιωμένη ταυτότητα, τον θέλει ρευστό, άρα ευκίνητο, χωρίς καθορισμένο σχήμα, μιας και το σχήμα είναι εμπόδιο για την εποχή που ξεπροβάλει. Οι σκληρές ταυτότητες δεν συνιστώνται. Και αυτό παράγει αντίρροπες τάσεις. Ας έρθουμε για λίγο στη θέση του Αφγανού που έστω και με τη θέλησή του αφήνει το χωριό του για να ζήσει στην Στοκχόλμη.
Η τεχνοφοβία μπορεί να φαίνεται σαν βλακεία, σαν καθυστέρηση, ή στην καλύτερη περίπτωση σαν ιδεοληψία αλλά πίσω της έχει τον φόβο του περίπλοκου, του εξελιγμένου, του αγνώστου. Του επιστημονικού. Δεν την αντιπαλεύει καμιά πληροφόρηση μιας και αυτή θεωρείται κατευθυνόμενη από σκοτεινά κέντρα. Δεν την εξαλείφει καμιά γενική μόρφωση μιας και αναφέρεται σε πολύ ειδικές τεχνολογικές εφαρμογές που απαιτούν πολύ εξειδικευμένες γνώσεις που λίγοι διαθέτουν.
Το ίδιο και ο καπιταλισμός. Ο κόσμος του είναι σκληρός και ανταγωνιστικός, παράγει πλούτο, προσφέρει ευημερία, αλλά ως φυσική διεργασία συντηρεί τις ανισότητες. Η διαρκής κινητικότητα, η αέναη ρευστότητα δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα σε όλους, άλλοι ανεβαίνουν, άλλοι κατεβαίνουν, άλλοι συνθλίβονται. Αντιθέτως ο σοσιαλισμός υπόσχεται σταθερότητα, έστω και αν αυτή βρίσκεται μέσα σε ένα βαθύ φρέαρ κρατικής βίας και καθολικής φτώχειας που για κάποιον κόσμο είναι ελκυστική, γιατί ακριβώς είναι σταθερή. Δεν απαιτεί ιδιαίτερες δεξιότητες από κάποιον που ούτως ή άλλως δεν θέλει να μάθει ούτε να κάνει πολλά. Δεν έχει καμιά διάθεση να αντισταθεί, άρα να διακινδυνεύσει. Η απειλή της βίας δεν τον αφορά. Ας έρθουμε στη θέση του Ρώσου που έζησε έτσι επί 70 χρόνια. Και που δάκρυσε όταν κατέβηκε το σφυροδρέπανο από το Κρεμλίνο.
Για έναν κόσμο, όχι για όλους, όλα αυτά τα υγιεινά, τα οικολογικά και τα εναλλακτικά δεν είναι παρά προφάσεις για να παγιώσει την ταυτότητά του, να κάτσει στα αυγά του, να διατηρήσει τις σταθερές του. Να ησυχάσει στο βαθύ φρέαρ δυναμικού του. Να αρνηθεί την κατά Bauman ρέουσα μετανεωτερικότητα, να αντιμετωπίσει την παγκοσμιοποίηση. Είναι ένας βαθύς συντηρητισμός που αναγκαστικά πρέπει να σεβαστούμε έστω και αν είμαστε υποχρεωμένοι να αντιπαλέψουμε. Γι’ αυτό και συχνά διατυπώνει ανοησίες, παραλογισμούς ή διεκδικεί τελικά τα αντίθετα από αυτά που ίσως πιστεύει ή τον εξυπηρετούν. Γι’ αυτό και η λέξη προοδευτικός είναι τόσο ελαστική και αντιφατική πλέον. Τι είναι τελικά η πρόοδος; Ο καπιταλιστικός αναρχισμός ή η σοσιαλιστική ευταξία;
Η διαλεκτική εδώ υποχωρεί. Ενώ σκίζεται για την παγκόσμια υγεία, μάχεται τον αντικαπνιστικό νόμο, διεκδικώντας το δικαίωμα του καθενός να του φυσάει τον βρωμερό καπνό του στη μούρη. Ζητάει καθαρή, φτηνή και μπόλικη ηλεκτρική ενέργεια για όλους αλλά μάχεται τον καταναλωτισμό και τις νέες τεχνολογίες που βέβαια είναι ακριβές πλην όμως καθαρές. Θέλει κινητά τηλέφωνα αλλά δεν θέλει τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Δεν θέλει να πεθάνει νέος, αλλά δεν θέλει και φάρμακα. Διεκδικεί υγιεινές πόλεις τις οποίες όμως ρυπαίνει και καταστρέφει κατηγορώντας την εξουσία ότι δεν τον αφήνει να τις καταστρέψει ατιμωρητί. Μύλος στο μυαλό και στη ζωή του.
Ο σύγχρονος δήθεν επαναστατημένος νεωτερικός άνθρωπος δεν ξέρει τι ζητάει γιατί απλά δεν ζητάει πραγματικά τίποτα. Μόνο φοβάται και φοβάται τα πάντα. Και γι’ αυτό τα φορτώνει όλα στις σκοτεινές καπιταλιστικές δυνάμεις που τον ψεκάζουν και τον αδρανοποιούν. Υπονοώντας την ματαιότητα των αγώνων μπροστά σε έναν υπέρτερο αντίπαλο. Και περιμένει την μετά καπιταλισμό ζωή όπως οι άλλοι το Πάσχα. Ίσως δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά μοντέρνος.   



Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Η ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ



Άρθρο του Francesco Lamendola 
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου

Ως νέοι είμαστε ανυπόμονοι, γιατί δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για τη ζωή και εκείνο το λίγο που πιστεύουμε ότι ξέρουμε είναι λανθασμένο, έτσι, σαν κακομαθημένα μωρά, τα θέλουμε όλα και αμέσως. Από την άλλη, ως γέροι γινόμαστε ανυπόμονοι γιατί καταλαβαίνουμε ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος. Όχι με τη χυδαία έννοια ότι ο χρόνος είναι χρήμα, αλλά με την έννοια ότι ο χαμένος χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Ο χρόνος που μας δόθηκε είναι για να κατανοήσουμε και να πράξουμε και όχι για να αερολογούμε. Γι’ αυτό πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά είδη ανυπομονησίας, σχεδόν δύο διαφορετικά συναισθήματα. Ο νέος είναι ανυπόμονος γιατί είναι ακόμη ανώριμος, ο γέρος είναι ανυπόμονος γιατί πλησιάζει προς το τέρμα και γνωρίζει ότι ακόμη δεν κατάλαβε, ούτε εφάρμοσε, το ουσιαστικό. Κατανόηση και εφαρμογή είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, αλλά αυτό ο νέος δεν το ξέρει, πιστεύει ότι το να καταλάβει είναι το κλειδί για όλα και ότι φθάνει να έχει καταλάβει για να επιλύσει οποιοδήποτε πρόβλημα. 

Το ‘68 ήταν ο θρίαμβος των νέων, ήταν μια γιορτή τους. Μίλαγαν, μίλαγαν, μίλαγαν και δεν σταματούσαν τις συζητήσεις, πίστευαν ότι κατάλαβαν τα πάντα και δεν ολοκλήρωναν ποτέ τίποτα. Αυτό ασφαλώς είναι λογικό, διότι για να ολοκληρώσεις κάτι, πρέπει να ξέρεις αυτό που θέλεις, αλλά εκείνοι δεν το γνώριζαν. Ως παιδιά μιας καμένης γενιάς, ήξεραν μόνο εκείνο που δεν ήθελαν. Δεν ήθελαν να κρίνονται (βλ. Caterina Caselli)• δεν ήθελαν να τους λένε όχι οι γονείς (βλ. Moravia, Dacia Maraini και οι ψυχαναλυτές)• δεν ήθελαν να σέβονται τους αστικούς κανόνες (βλ. Marx, Lenin, κλπ.)• δεν ήθελαν να τους ‘χαλάσει’ μία κακή και άσχημη κοινωνία (βλ. Rousseau)• δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν ένα Θεό που Αυτός βρίσκεται στο κέντρο (βλ. ανθρωπολογική στροφή της θεολογίας)• δεν ήθελαν να δουλεύουν (βλ. Χίπις)• δεν ήθελαν να εξετάζονται από τους καθηγητές(βλ. ‘όχι στην καταπίεση’)• δεν ήθελαν τις ψυχιατρικές κλινικές, ούτε να αποδεχτούν ότι υπάρχει η ψυχική ασθένεια (βλ. Foucault, Basaglia και μερικά χρόνια μετά το έργο Στη Φωλιά του Κούκου)• δεν ήθελαν θρησκεία, κράτος, οικογένεια (βλ. το Imagine του John Lennon). Οι δάσκαλοί τους ήταν η Caterina Caselli, ο Alberto Moravia, η Maraini, ο Freud, ο Marx, ο Lenin, ο Che Guevara, ο Karl Rahner, ο Jack Kerouac, ο Bob Dylan, ο don Milani, ο Foucault, ο Basaglia, ο John Lennon και οι Beatles, ο Sartre και οι Υπαρξιστές και όλοι οι λυπημένοι και κλαψιάρηδες ποιητές.

Για να θεωρηθούν δάσκαλοι τους αρκούσε να ήταν αριστεροί. Με λίγα λόγια, όλα αυτά δεν ήταν παρά το φεστιβάλ του εξωπραγματικού, το καρναβάλι της ανεπάρκειας και ο θρίαμβος της φλυαρίας. Τα περισσότερα χειροκροτήματα τα συγκέντρωνε όποιος έλεγε τα πιο ‘κουφά’. Και ο καθένας το τράβαγε ακόμα πάρα πέρα για να ξεπεράσει τους άλλους, στην αριστερoσύνη εννοείται.

Μία άλλη διαφορά μεταξύ της ανυπομονησίας των νέων και εκείνης των γέρων είναι ότι η πρώτη δεν έχει ένα καθορισμένο αντικείμενο ή εάν έχει, σύντομα γίνεται βαρετό και αντικαθίσταται από ένα άλλο, γιατί το σημαντικό δεν είναι το αντικείμενο, αλλά η πράξη καθαυτή. Ασφαλώς μιλάμε για την πράξη της απόρριψης, δηλαδή την απόρριψη των πατέρων, της παράδοσης κλπ. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, να πούμε ότι μιλάμε για τους μοντέρνους νέους, που είναι μία ιδιαίτερη κατηγορία του μοντέρνου ανθρώπου, μία κατηγορία στην οποία φαίνονται με περισσότερη σαφήνεια τα δομικά χαρακτηριστικά της μοντερνικότητας και ειδικά οι βλάβες και οι καταστροφές που ο μοντέρνος τρόπος ζωής επέφερε στην ανθρωπολογική δομή.


Η μάταιη φλυαρία των νέων ενοχλεί τους γέρους, διότι αυτή γίνεται μόνον για να καλύψει την απουσία ιδεών, την ουσιαστική αποδέσμευση μεταμφιεσμένη σε πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα. Η διέγερσή τους (των νέων) κάνει τους γέρους να χαμογελάνε ή τους λυπεί, γιατί μοιάζει με έναν επιτόπιο βηματισμό, ένα κυκλικό βάδισμα. Δεν υπάρχει πρόοδος, αντίθετα, υπάρχει ένας μεγάλος, ξεχειλισμένος ναρκισσισμός: η ασθένεια του εγώ που υπερισχύει πάνω σε κάθε πράγμα και εμποδίζει κάθε εξέλιξη. 

Όταν φθάνουμε σε μια ορισμένη ηλικία, ας πούμε κοντά στα εξήντα, αρχίζουμε επιτέλους να σκεφτόμαστε με πραγματιστικό τρόπο. Μερικοί το κάνουν πιο πριν, αλλά είναι λίγοι. Συνήθως γινόμαστε πραγματιστές στην ηλικία που θα μπορούσαμε να γίνουμε παππούδες. Και αυτό είναι ιδιαίτερα αληθινό στην μοντέρνα κοινωνία, που, όντας εμποτισμένη από την ψευδό-παιδαγωγία της ανεκτικότητας και της ελευθεριότητας, τείνει να καθυστερεί πέραν του ορίου την ανάληψη της υπευθυνότητας από μέρους των ατόμων. Σήμερα, στην πράξη, η ωριμότητα αρχίζει να αναπτύσσεται σημαντικά μετά τα τριάντα έτη ή ακόμη πιο αργά γύρω στα σαράντα. Μέχρι πριν δύο γενιές, αυτό συνέβαινε περίπου στην ηλικία των είκοσι ετών.

Αλήθεια, πόση υποκρισία κρύβει η προοδευτική κουλτούρα, η οποία μιλά πάντα για τα δικαιώματα του ενός ή του άλλου, αλλά αρνείται να ορίσει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και να επιβάλει αυστηρές κυρώσεις στους παραβάτες της πολιτισμένης συμβίωσης; Πριν μερικές ημέρες, στο Τρεβίζο, ένας Νιγηριανός, υποτιθέμενος πρόσφυγας, συνελήφθη με μία μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, ήταν αυτός που εφοδίαζε τους μικροέμπορους. Ο δικαστής δεν θέλησε να τον κρατήσει στην φυλακή ούτε για ένα βράδυ και αποφάσισε ότι τα χρήματα που του είχαν κατασχεθεί έπρεπε να του επιστραφούν, γιατί “δεν είχε αποδειχτεί ότι εκείνα τα χρήματα προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες”. Ιδού λοιπόν, αυτή είναι η κουλτούρα της ανεκτικότητας (ασυδοσίας), αυτοί είναι οι καρποί του σχετικισμού. Όλοι οι εγκληματίες ελεύθεροι.
Μήπως επιτέλους πρέπει να συνέλθουμε; Η ζωή είναι σοβαρό πράγμα, φτάνουν οι φλυαρίες, καιρός να γίνουμε ενήλικες… 


Σημειώσεις μεταφραστή
Α) Πριν κάποιες ημέρες παρακολούθησα στην τηλεόραση μία εκπομπή στην οποία ήταν καλεσμένος ένας φημισμένος Έλληνας γενετιστής που εργάζεται στο εξωτερικό. Η συζήτηση έφθασε και στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας. Οι διάλογοι ήταν οι ακόλουθοι:
Η δημοσιογράφος έκανε την εξής ερώτηση: “πες τε μου, με το χρωμόσωμα Χ και κάποιες γονιδιακές ανωμαλίες που ορισμένες φορές αυτό μεταφέρει και ευθύνονται για την ομοφυλοφιλία, τι συμβαίνει, τι λένε οι νέες έρευνες;”
Για να λάβει την ακόλουθη απάντηση, από έναν εμφανώς αμήχανο γενετιστή: “α, ναι, παλιότερα υπήρξαν αυτές οι έρευνες αλλά τώρα δεν μας απασχολεί (sic!) αυτό το ζήτημα, ξέρετε δεν θεωρούμε την ομοφυλοφιλία ασθένεια…”
Η συζήτηση αλλάζει θέμα και αρχίζουν να μιλάνε για τις γενετικές έρευνες πάνω στην αιτία των γηρατειών. Ο γενετιστής λέει τότε: “ξέρετε, εμείς (οι επιστήμονες) θεωρούμε τα γηρατειά ασθένεια”.
Άρα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι για τη μετανεωτερικη επιστήμη η ομοφυλοφιλία δεν είναι ασθένεια, τα γηρατειά όμως είναι. Ή αλλιώς το να είσαι γκέι είναι υγεία, το να είσαι γέρος είναι αρρώστια. Τη λέξη γκέι μπορείτε να την μεταφράσετε επί το λαϊκότερο, για να έχετε πιο ‘ζώσα’ την όλη φράση...

Ποια είναι τα βαθύτερα αίτια αυτών των θέσεων; Πρώτον, η ‘πολιτική ορθότητα’, εκτός των κοινωνικών διεργασιών, καθορίζει και τη στάση των επιστημόνων αλλά και την ίδια την πορεία των ερευνών τους. Κατά συνέπεια, φυσιολογικό είναι αυτό που είναι πολιτικά ορθό, και ό,τι είναι πολιτικά ορθό είναι φυσιολογικό. Δεύτερον, τα γηρατειά, όταν η υλιστική επιστήμη θεωρεί τον κόσμο ως μία κατάσταση που στερείται Τέλους (δηλ. πορεία προς έναν σκοπό με νόημα που ολοκληρώνει το Είναι), τότε είναι φυσικό να θεωρεί τα γηρατειά ως μία ασθένεια, ειδικά σε μία εποχή που τα γηρατειά γίνονται αντιληπτά ως μία ‘μη χρήσιμη’ περίοδος της ζωής. Όλα αυτά εντάσσονται στην ιδέα της προόδου, που θεοποιεί το μέλλον και διαγράφει το παρελθόν.


Β) Ας δούμε και κάτι πιο μακάβριο τώρα, πριν λίγο καιρό διάβασα την ακόλουθη είδηση: ένας Αλγερινός έσφαξε έναν άστεγο Άγγλο στους δρόμους της Αθήνας. Ο δράστης τελικά συνελήφθηκε και ομολόγησε το έγκλημα. Το ενδιαφέρον όμως είναι ο λόγος που προέβη στο φόνο. Σύμφωνα με τα όσα είπε στην αστυνομία ο δράστης, ο ίδιος ήταν θύμα μαγείας και για να καταφέρει να λύσει τα μάγια έπρεπε να σκοτώσει άνθρωπο...
Μέσα σε αυτή την είδηση κρύβεται όλο το δράμα της προοδευτικής (‘αντιρατσιστικής’- πολυπολιτισμικής) εποχής μας. Όχι μόνο δεν μας οδηγεί στην πρόοδο, αλλά αντίθετα στην οπισθοχώρηση σε προνεωτερικές καταστάσεις σκοταδισμού και μαγείας. Η όλη υπόθεση θυμίζει λογοτεχνία τρόμου, ίσως κάποιο διήγημα του R.H. Howard με τον Αφρικάνο ή Ασιάτη μάγο που βρίσκεται μετανάστης σε δυτική χώρα και μέσα στη νύχτα ψάχνει το θύμα που θα το θυσιάσει στα πνεύματα του σκότους... 
Και το σύγχρονο χάος ολοκληρώνεται από το δεύτερο μέρος της είδησης, ποιος ήταν ο άστεγος που κοιμόταν στον οδό Ερμού; Ένας Άγγλος! 

Εν κατακλείδι: Ένας Άγγλος άστεγος που κοιμόταν στην οδό Ερμού στην Αθήνα σφάχτηκε από έναν Αλγερινό ως θυσία για να γλυτώσει από τα μάγια. Μιλάμε για σουρεαλισμό!

http://theodotus.blogspot.com/2019/01/blog-post.html#more