Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Μηδενιστής...


Άρθρο του Francesco Lamendola                                                           
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου

Ζούμε βυθισμένοι σε μία κουλτούρα θανάτου, που είναι η κουλτούρα του μηδενισμού: δεν υπάρχει αλήθεια, τίποτα δεν έχει νόημα, όλα έρχονται από την τύχη και επιστρέφουν στην αγκαλιά του τίποτα. 

Για να φθάσουμε σε αυτή την τρομακτική φιλοσοφία, που είναι ήδη σοβαρή για το κάθε ξεχωριστό άτομο, ενώ είναι απόλυτα καταστροφική για όλη την κοινωνία, δεν αρκεί ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα: είναι μία σταδιακή διαδικασία, που προχωρά λίγο-λίγο, αργά, ήσυχα, σχεδόν γλυκά, σε μία ατμόσφαιρα ήρεμης απελπισίας, κορεσμένης από θάνατο, αλλά, ταυτόχρονα, φαινομενικά ομαλής, νηφάλιας καθημερινότητας. 

Ο μηδενιστής απεχθάνεται τις εντυπωσιακές χειρονομίες και τις μελοδραματικές φράσεις: φέρνει στην καρδιά του μία παγωμένη απόγνωση, και απολαμβάνει να βλέπει το κακό του να κολλά στους άλλους, έτσι ώστε ο ίδιος να μπορεί να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι ο κόσμος θα χαθεί μαζί του. 

Εάν ο μηδενισμός είναι το τελικό στάδιο της διάλυσης της σκέψης και της ηθικής, διότι εκμηδενίζει εντελώς ακόμη και την διάκριση μεταξύ του καλού και του κακού, ο προθάλαμος του μηδενισμού είναι ο σχετικισμός: μία αντίληψη φαινομενικά πιο αποδεκτή ή τουλάχιστον, πιο ήπια. Βέβαια, στην πραγματικότητα είναι φανερό ότι από τον σχετικισμό περνάμε αναγκαστικά στον μηδενισμό, γλιστράμε σε αυτόν, όπως σε ένα κεκλιμένο επίπεδο. Όμως, ενώ ένα απομεινάρι σεμνότητας εμποδίζει την μηδενιστική κουλτούρα να φθάσει να δοξάζει τον εαυτό της, εκείνη η σχετικιστική δηλώνει την ικανοποίησή της για την φαινομενική ανοχή της και την έκδηλη ικανότητά της να ακούει και να σέβεται όλες τις απόψεις , μόνον που δεν θεωρεί ότι μπορεί να προτιμά καμία, μάλιστα, είναι πεπεισμένη ότι το να χορηγήσει την προτίμηση σε μία γνώμη, σε μία πίστη, σε ένα σύστημα αξιών, ισοδυναμεί με μία απαράδεκτη πράξη διανοητικής αλαζονείας. Πράγμα που σημαίνει ότι προετοιμάζει την αναγκαστική απόβαση προς τον μηδενισμό. 

Για τον σχετικιστή, πράγματι, δεν υπάρχει καμία απόλυτη αλήθεια, όλες οι αλήθειες είναι σχετικές, εξαρτώνται από τις περιστάσεις και από το υποκείμενο: κατά συνέπεια, όλες οι επιλογές και όλες οι γνώμες αξίζουν έναν ορισμένο σεβασμό, τουλάχιστον έως ότου δεν απαιτούν να μεταμορφωθούν σε κάτι βέβαιο και οριστικό. 

Πρακτικά ο σχετικιστής έχει εμπρός του τρείς δυνατές επιλογές να υποστηρίξει: ότι όλες οι αλήθειες είναι αποδεκτές, κάθε μία εντός του πλαισίου της, ή να αρνηθεί ότι υπάρχει αλήθεια, ή ακόμη ότι μπορεί να υπάρχει μία γνώση κάποιων αληθειών, αλλά μόνον μερικώς. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι από αυτές τις τρεις δυνατότητες, η πρώτη είναι η πιο συνεπής δεδομένων των προϋποθέσεων, η δεύτερη είναι η πιο τίμια, υπό την έννοια ότι είναι η λιγότερο διφορούμενη. Η τρίτη, που θα μπορούσε να φανεί ως η μόνη ικανή να διατηρήσει ανοικτή μία χαραμάδα πάνω στο ζήτημα της αλήθειας και άρα να δημιουργήσει μία γέφυρα για την έξοδο από τον σκεπτικισμό προς μία πίστη σε κάτι, είναι, στην πραγματικότητα, η πιο πονηρή απ’ όλες: διότι επιτρέπει να γίνεται εξαπάτηση και να αντιστρέφεται η κατάσταση των πραγμάτων, χωρίς καν να επιβάλλεται στην ενόχληση να παράσχει μία εξήγηση ή να αιτιολογήσει τους λόγους της αντιστροφής. 

Η μοντέρνα κουλτούρα έφθασε στον μηδενισμό μέσω του σκεπτικισμού και του σχετικισμού, δηλαδή διαμέσου της κόλασης των καλών προθέσεων - την εξάλειψη του φανατισμού, την εδραίωση του πλουραλισμού και της ανοχής, όπως ήθελαν οι διαφωτιστές φιλόσοφοι- με έναν σημαντικό βαθμό συνέπειας, τόσο που να μας κάνει να σκεπτόμαστε ότι η πορεία προς την καταστροφή της ιδέας της αλήθειας ενορχηστρώθηκε και σχεδιάστηκε από κάποιους που είχαν συμφέρον να γκρεμίσουν τις ηθικές βάσεις πάνω στις οποίες στηριζόταν, από αιώνες, το οικοδόμημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μας έρχεται στο μυαλό η μασονία και οι μυστικές εταιρίες, οι οποίες, από το δέκατο όγδοο αιώνα, ποτέ δεν έπαψαν να λειτουργούν στα σκοτάδια, ενώ συχνά άλλαζαν όνομα και χρώμα, αλλά παρέμεναν, κατ' ουσία πιστές στην πρωταρχική ιδέα: να καταστρέψουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, να ρίξουν την κοινωνία στην αταξία, να ξεριζώσουν κάθε στοιχείο της χριστιανικής πνευματικότητας και ηθικής. 

Σήμερα εκείνες οι ομάδες κατάφεραν να ελέγξουν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και, με την δύναμη του χρήματος, ολοκληρώνουν το σκοτεινό τους σχέδιο, του οποίου η πλήρης πραγμάτωση βρίσκεται πλέον στην τελική φάση. Ακόμη κάποια κτυπήματα και μετά ολόκληρο το πολιτιστικό μας οικοδόμημα θα κατεδαφιστεί και, πιθανόν, θα σηματοδοτηθεί το τέλος κάθε δυνατής αποκατάστασης. 

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως φθάσαμε σε αυτή την κατάσταση. Η στρατηγική της καταστροφής ακολουθήθηκε αναπτύσσοντας μία ομόκεντρη επίθεση στην χριστιανική θρησκεία. Βήμα προς βήμα, στηριζόμενη πάνω στον ''ελεύθερο λόγο'', χώρισε την θρησκεία από κάθε κλάδο της γνώσης και της ανθρώπινης δράσης: πρώτα από την πολιτική, μετά από την επιστήμη, στην συνέχεια από τον άνθρωπο ως σώμα και ως ψυχή, τέλος από τον ορίζοντα του νοήματος ως τέτοιου, από οποιαδήποτε άποψη και εάν θεωρηθεί: δείτε τις πρωτοπορίες του 20ου αιώνα, τον Πιραντελισμό, τον υπαρξισμό, Σαρτρ, Μαρκούζε, Βίλχελμ Ράιχ, η ψυχεδελική κουλτούρα, ο ριζικός ηδονισμός, ο ομοφυλοφιλισμός, ο φεμινισμός, ο νέο-παγανισμός, οι γενετικές παρεμβάσεις. 

Ο μηδενισμός είχε και έχει μία στρατηγική, και όπως συμβουλεύει κάθε στρατηγική, ανανεώνει τον επιθετικό του σχεδιασμό ανάλογα με τα νέα δεδομένα στο πεδίο της μάχης.




Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Παπατζήδες στο δωμάτιο...

Βαρουφάκης και Στράτου πόζαραν δίπλα στους πρωταγωνιστές που τους υποδύονται στην ταινία «Ενήλικοι στο Δωμάτιο» του Κώστα Γαβρά.

Ο Μάνος Βουλαρίνος γράφει για τον «κομψό» 
Γιάνη Βαρουφάκη στο κόκκινο χαλί της Βενετίας

Ομολογώ ότι γέλασα με χαιρεκακία καθώς κοίταζα τις φωτογραφίες του Σώρρα των αστών στο κόκκινο χαλί του φεστιβάλ της Βενετίας. Δεν ήταν τόσο ο γυαλιστερός αρχαιοελληνικός μαίανδρος που έλαμπε στο φόρεμα της Δανάης, όσο η πλήρης υποταγή του δήθεν αντικομφορμιστή σελέμπριτι στις στυλιστικές επιταγές των γιορτών της κινηματογραφικής βιομηχανίας, το σοβαρό μαύρο κοστούμι, αλλά και η ίδια η συμμετοχή σε έναν θεσμό ευλογημένο από τις μεγάλες εταιρείες του θεάματος, ήταν άλλη μια αποκάλυψη της αντισυστημικής παπάτζας που πουλάει στους αφελείς ακολούθους του. Το γέλιο μου ξεθύμανε γρήγορα όταν κατάλαβα πως ακριβώς επειδή οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνεται είναι αφελείς, ακριβώς επειδή, όπως όλοι οι παπατζήδες, αυτό που ικανοποιεί δεν είναι η λογική αλλά η ψυχολογική ανάγκη, η αποκάλυψη της παπάτζας δεν θα κλονίσει την πίστη όσων τον πιστεύουν ούτε τόσο δα.

Κανένας από το κοινό του δεν θέλει να καταλάβει πως εκεί που διακυβεύονται τα δικά του χρήματα (ως συνδημιουργός της ταινίας η εμπορική της επιτυχία προφανώς δεν του είναι αδιάφορη) η συμμόρφωση του Γιάνη είναι άμεση και απόλυτη. Εκεί που το διακύβευμα ήταν τα χρήματα 10.000.000 ιθαγενών, ο Γιάνης παρίστανε τον αντισυμβατικό γνωρίζοντας πως πάντα υπάρχει κοινό που διψά για τέτοιου είδους παραστάσεις και που ψάχνει παραμύθια, όχι για να ξεχνιέται από τις δυσκολίες της πραγματικότητας αλλά για να την αντικαταστήσει εντελώς. Και η πώληση αυτών των παραμυθιών, το παπατζηλίκι δηλαδή, είναι μια καλή μπίζνα.

Το ότι η ταινία που σκηνοθέτησε ο Κώστας ο Γαβράς είναι ένα ακόμα παπατζηλίκι, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαιτέρως ευφυής για να το καταλάβει. Και δεν μιλάω για την κωμικά ηρωοποιημένη εικόνα του Σώρρα των αστών, ούτε για την παιδική αντίληψη περί καλών Ελλήνων και κακών ξένων ή καλών μαρξιστών και κακών φιλελεύθερων. Μιλάω για κάτι πολύ χειρότερο. Κάτι που όχι απλώς υποψιάζει αλλά αποδεικνύει πως η ταινία Adults in the Room δεν είναι πολλά περισσότερα από μια προσπάθεια αλλοίωσης της πραγματικότητας. Προσπάθεια την οποία εύκολα θα μπορούσα (αν ήθελα να κάνω ένα κακό χωρατό) να περιγράψω ως χοντροκομμένη καθώς από αυτήν έχει κοπεί ο βασικός συνέταιρος του Αλέκση και του Γιάνη κατά τη διάρκεια των γεγονότων που εξιστορεί: ο Πάνος ο Καμμένος.


Τι θα λέγατε για μια ταινία που διαφημίζει ότι αποκαλύπτει την αλήθεια για τα τελευταία χρόνια του Ανδρέα του Παπανδρέου και από την οποία απουσιάζει εντελώς η Μιμή; Τι θα λέγατε για μια ταινία για την κυβέρνηση του Κώστα του Σημίτη από την οποία θα απουσίαζε ο Άκης ο Τσοχατζόπουλος; Τί θα λέγατε για μια ταινία για τη ζωή του Άδωνι από την οποία θα απουσίαζε ο Καρατζαφέρης;

Νομίζω πως θα λέγατε πως πρόκειται για παπατζηλίκι ή αν ήσασταν πιο κομψοί, μπορεί να χρησιμοποιούσατε τη λέξη «εξαπάτηση». Και ειλικρινά δεν βλέπω κανέναν λόγο να μην χρησιμοποιήσετε κάποια από τις δύο λέξεις για το δημιούργημα του Γιάνη και του Κώστα.

Αντιλαμβάνομαι ότι το παραμύθι που θέλουν να φτιάξουν οι δύο δημιουργοί δεν χωράει τον Καμμένο, αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς ο καιρός που έχει περάσει είναι πολύ λίγος και όλοι θυμόμαστε πως ο Αλέκσης και ο Γιάνης είχαν έναν συνέταιρο, χωρίς τον οποίο δεν θα υπήρχε ούτε εξουσία, ούτε περήφανη διαπραγμάτευση, ούτε ταινίες, ούτε τίποτα.

Κατα τα λοιπά, πρόκειται για ένα δημιούργημα που σίγουρα θα δω καθώς με ενδιαφέρει πάρα πολύ η άποψη των αριστερών του χαβιαριού που δεν συγχωρούν το ότι δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να απολαύσουν το θέαμα της Ελλάδας να τινάζεται στον αέρα καθισμένοι αναπαυτικά στους καναπέδες των παρισινών τους σαλονιών. Όπως με ενδιαφέρει και η άποψη εκείνων που οργίζονται όταν σκέφτονται πόσα ακίνητα θα μπορούσαν να αποκτήσουν με τις, ασφαλείς στις τράπεζες του εξωτερικού, καταθέσεις τους αν η Ελλάδα εγκατέλειπε το Ευρώ.

Αλλά φυσικά θα την δω πειρατικά και δεν θα την πληρώσω ούτε σεντ. Αν επρόκειτο για άλλη ταινία και άλλους δημιουργούς, προφανώς δεν θα το έκανα, αλλά πιστεύω πως ούτε ο Κώστας ο Γαβράς, ούτε ο Γιάνης ο Βαρουφάκης θα ήθελαν να γίνει η ταινία τους ένα προϊόν που υποκύπτει στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Και είμαι σίγουρος πως ως ασυμβίβαστα αντισυστημικοί δεν θέλουν ένα κοινό υποταγμένο στους κανόνες και τις απαγορεύεσεις που υπαγορεύει ο καπιταλισμός. Στο κάτω κάτω δεν είναι τίποτα παπατζήδες. Και μπράβο τους.




Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

H ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ‘ΘΕΩΝ’, ΜΙΑ ΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΕ ΔΕΚΑ ΙΔΕΕΣ



Άρθρο του Pierluigi Panza                                                                                     
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου

Γύρω στο δέκα χιλιάδες πριν από το Χριστό, οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες προγονοί μας άρχισαν να εγκαθίστανται σε χωριά ψαράδων, να εκτρέφουν ζώα, να καλλιεργούν το σιτάρι και να υπερασπίζονται εδάφη που περιβάλλοταν από μία περίφραξη. Έτσι, ξεκίνησε μία ιδέα οργάνωσης που τελειοποιόταν με την ανάπτυξη της γραφής, που μας παράδωσε πάνω σε πέτρες ή ρολά τα ονόματα των θεών, των μύθων και των νόμων της κοινότητας. Οι θεοί -κάθε πολιτισμός είχε τους δικούς του αλλά είναι συγκρίσιμοι- μπορεί να ερμηνευθούν ως αρχέτυπα που συνθέτουν ταυτότητες, νόμους, ήθη και παραδόσεις των εγκατεστημένων κοινωνιών και δείχνουν τα ανυπέρβλητα όρια της γνώσης και των τεχνικών εφαρμογών, πέραν των οποίων υπάρχει η Ύβρις, δηλαδή η αλαζονική πρόκληση στο άπειρο. 

Η ερώτηση που το τελευταίο βιβλίο του Marcello Veneziani θέτει είναι η ακόλουθη: με ποια χαρούμενη ασυνειδησία η σύγχρονη κοινωνία εγκατέλειψε αυτή τη μορφή ανθρώπινης ανάπτυξης που άρχισε πριν από 12 χιλιάδες χρόνια. Αυτό το δοκίμιο πάνω στα ‘ουσιαστικά και αποφασιστικά πράγματα’, συνοψίζει σχεδόν όλη τη διαδρομή του κριτικού της κουλτούρας Marcello Veneziani. Για το συγγραφέα, η παράδοση, η κοινότητα και η πνευματική αξία της ζωής είναι συνθήκες – συμβολισμένες από τους θεούς- οι οποίες τίθενται ως επαναστατικές για τη σύγχρονη, μηδενιστική, πραγματιστική και ατομικιστική κοινωνία, η οποία κρατιέται ενωμένη μόνο από το εργαλείο της παγκοσμιοποίησης, το χρήμα. Όποιος δεν πιστεύει στις ίδιες αξίες πιστεύει στο χρήμα ως το ενοποιητικό μέσο ανταλλαγής, περισσότερο από τις θρησκείες και τις αυτοκρατορίες. Οι ‘θεοί’, δηλαδή οι δέκα λέξεις-κλειδιά του Δεκάλογου στις οποίες ο Veneziani κοιτά με νοσταλγία, είναι μίσχοι που μπορούν να προσανατολίσουν μία μελλοντική αρχαία ανάπτυξη του κόσμου.

Αυτά τα δέκα αρχέτυπα είναι τα εξης: Πολιτισμός, Πεπρωμένο, Πατρίδα, Οικογένεια, Κοινότητα, Παράδοση, Μύθος, Ψυχή, Θεός, Επιστροφή. 
Οι ‘θεοί’ που συμβολίζουν αυτές τις λέξεις- κλειδιά νοούνται ως αρχέτυπα προικισμένα με ανοιχτό νόημα. Ο Πολιτισμός, για παράδειγμα, είναι ο ‘θεός’ που συνδέει τους λαούς. Η Οικογένεια, η ‘θεά’ που γεννά νέους ανθρώπους. Η Παράδοση είναι η ‘θεά’ που μεταδίδει τις αξίες. Η ‘θεά’ του τόπου είναι η Πατρίδα. Η Κοινότητα (που αντιτίθεται στη σύγχρονη ωφελιμιστική κουλτούρα) είναι η ‘θεά’ του κοινωνικού δεσμού. Αυτά τα αρχέτυπα προέρχονται από την Αρχή, πριν από τη γέννηση των φιλοσοφικών ιδεών που αργότερα μεταμορφώθηκαν σε ιδεολογίες με καταστροφικές πρακτικές συνέπειες ή που σήμερα απλοποιούνται σε αλγορίθμους. Είναι σταθερές αναφορές, εναλλακτικές της πραγματιστικής όρασης του κόσμου όπου «το αληθινό είναι αυτό που λειτουργεί» (Richard Rorty, Συνέπειες του πραγματισμού). Η Κοινότητα δεν μπορεί να επεκταθεί παγκοσμίως όπως στα social media, γιατί είναι βασισμένη πάνω σε μία ηθική της τιμής που σημαίνει τη μετοχή σε κοινές αξίες. H Παράδοση ως έννοια συνέχειας, πίστης και σεβασμού για όποιον προηγήθηκε από εμάς, είναι το αντίθετο της εκπαίδευσης που δίνεται από εκείνο τον περιπλανώμενο κληρικό που λέγεται Erasmus (Σ.τ.Μ. αναφέρεται στο παντελώς ανούσιο πρόγραμμα Erasmus για το οποίο έχουμε αναφερθεί σε παλαίοτερο άρθρο του Θεόδοτου) και από εκείνα τα εργοστάσια διαστροφής της δημόσιας γνώμης που είναι τα social media.

Όλα αποδομήθηκαν: η ιστορία τέθηκε εκτός υπηρεσίας, ο ηλικιωμένος είναι μόνον μία αισχρότητα που πρέπει να την κρύβουμε, απομακρύνεται ο διπλανός μας αλλά θέλουμε να πλησιάσουμε το μακρινό, πολλαπλασιάζονται ‘οι κυριαρχίες χωρίς κυριότητα’, δεν υπάρχει πια το σπίτι, υπάρχει όμως το account (ο λογαριασμός στο διαδικτυο). Θριαμβεύει μία κουλτούρα που επικεντρώθηκε πάνω στην οικονομία, την παγκόσμια επικοινωνία και το διαδίκτυο, αποϋλοποιόντας τη Γη και τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτή η κοινωνία των απάτριδων, του ακατάπαυστου, της κοινότητας χωρίς σύνορα και του κόσμου των ψεύτικων ανακατασκευών είναι ο θρίαμβος εκείνου που ο εβραίος συγγραφέας Yuri Slezkine στο βιβλίο του The Jewish Century αποκάλεσε ‘μερκουριακό εβραϊσμό’ , την κίνηση που διαμόρφωσε την παγκοσμιοποιητική νεωτερικότητα, η οποία είναι διαδικτυακή, οικονομικιστική και χωρίς τόπους. Ο Ερμής είναι ο μυθολογικός πατέρας του διαδικτύου και ο Μερκούριους η θεότητα του αδίστακτου καπιταλισμού. 

Τώρα πλέον μόνον ένας ‘θεός’ μπορεί να μας σώσει, από το infotainment, από την τεχνοεπιστήμη, από τα ντελίρια του ψηφιακού, από τον αισθητικό βιολογισμό. Εάν συνέβαινε αυτό, γνώση και ενατένιση θα επέστρεφαν για να υπερισχύσουν πάνω στο μετασχηματισμό, η παιδεία πάνω στην έρευνα, ο Κόσμος - δηλαδή ένας πολιτισμός με σύνορα και διασυνδέσεις - πάνω στο Χάος. Θα άλλαζε η προτίμηση προς ό,τι είναι νέο και παγκόσμιο και η αδιαφορία για ό,τι είναι παραδοσιακό και τοπικό. 

Για ορισμένους κριτικούς, το σενάριο του Veneziani είναι μόνον η νοσταλγική και αντιδραστική έκφραση για την επιστροφή σε έναν ‘κλειστό’ πολιτισμό (εξού και οι επαναλαμβανόμενες αναφορές στον Πλάτωνα) σε σύγκριση με έναν ‘ανοιχτό’ χωρίς θεμέλια και καθορισμένο μόνο από την αποτελεσματικότητα των μετασχηματισμών του πολιτισμο. Το λόγιο και καλογραμμένο δοκίμιο του Veneziani ενοφθαλμίζει, ωστόσο, την αμφιβολία ότι με το θάνατο των θεών και της ιστορίας θα επιστρέψουμε ακριβώς στην προϊστορία, εκείνη των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών χωρίς εργασία, άστεγων, χωρίς παράδοση, εκτεθειμένων στο τυχαίο και ικανών μόνο να μοιράζονται περιστασιακά τρόφιμα σε ασταθείς μικρο-κοινότητες δηλαδή σε μια ζοφερή διάλυση. Στην πραγματικότητα, ένας πολιτισμός, και αυτό είναι το κάλεσμα του βιβλίου, «δεν εκφράζεται στην εξέλιξη της τεχνολογίας και της οικονομίας, αλλά στην ανάπτυξη της τεχνικής και της οικονομίας σε σχέση με τον πολιτισμό και τη ζωή του κάθε λαού.»



Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Καλή και κακή Αριστερά, αυτός ο μύθος...



Άγγελος Κωβαίος

Έπειτα από τεσσεράμισι χρόνια αλλοπρόσαλλης διακυβέρνησης και λίγο προτού ο ΣΥΡΙΖΑ βρεθεί στην έξοδο, εξακολουθεί να αναπαράγεται ένας μύθος.
Ότι υπάρχει η καλή, η λιγότερο καλή ή ακόμη και η κακή Αριστερά. Ότι εν πάση περιπτώσει η Αριστερά είναι εξ ορισμού κάτι καλό και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σπίλωσε την τιμή και την υπόληψή της και ότι πάντως, ό,τι και να λέμε, όλα αυτά είναι κάπως και μάλλον καλύτερα από την Δεξιά. Αξιωματικά ή εξ ορισμού.
Αποδεικνύεται ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμη μύθο που (καιρός είναι να) τελειώνει.
Δεν υπάρχει καλή και κακή Αριστερά.
Σε ό,τι αφορά τις εμμονές, τα αδιέξοδα, τις πρακτικές και τις αντιλήψεις, υπάρχει μία ταύτιση. Η μόνη διαφορά είναι ανάμεσα στην Αριστερά που κυβερνά και σε εκείνη που παραμένει στην ασφάλεια της αιώνιας αντιπολίτευσης.
Σε τελική ανάλυση, ας κατονομάσει κάποιος ποια ακριβώς είναι αυτή η καλή Αριστερά, η ατυχήσασα; Πού ήταν όλα αυτά τα χρόνια και πού κρύβεται τώρα; Είναι μάλλον ανεπαρκής η δικαιολογία να συνδέεται αυτή με τον Κύρκο και τον Παπαγιαννάκη. Αν μιλάμε για δύο πρόσωπα, δεν έχει εν τέλει και τόση σημασία, με όρους ιστορικούς.
Η Αριστερά εν τέλει, απλώς αποκαλύφθηκε. Έπειτα από τόσα χρόνια που κρυβόταν στην εκ του ασφαλούς αντιπολίτευση, πήρε την διακυβέρνηση. Ίσως αυτή και να ήταν εν τέλει η ιστορική της ατυχία.
Τα έκανε μούσκεμα. Και φάνηκε το πραγματικό της πρόσωπο:
Ο σκοπός που αγιάζει τα μέσα, το δίκιο που τάχα είναι με το μέρος της, το «θα αλλάξουμε τον κόσμο» όπως μας καπνίσει και με όποιον τρόπο μας γουστάρει (και ας μην αλλάζει…) και πόσα άλλα τέτοια, βάσει των οποίων πολιτεύεται η Αριστερά, κυριάρχησαν τα τελευταία χρόνια. Όχι επειδή η Αριστερά του Αλέξη είναι κακή και σφετερίζεται τον τίτλο. Πολύ απλά, επειδή αυτός είναι ο «τρόπος της Αριστεράς».
Τώρα, όσο πλησιάζει το τέλος αναδεικνύεται απλώς μία διαφορά της με τους άλλους, τους μη αριστερούς και προοδευτικούς.
Όταν κάνει όλα αυτά τα εξωθεσμικά, όταν διορίζει δικά της παιδιά και συγγενείς, όταν περιφρονεί και καταπατά δημοκρατικές αρχές και αξίες, όταν εξυπηρετεί με συνοπτικές διαδικασίες πολιτικούς και λοιπούς συγγενείς και φίλους, η Αριστερά δείχνει σε τι και πόσο διαφέρει από τους υπολοίπους.
Διαφέρει ως προς το ότι όλα αυτά γίνονται επειδή, φυσικά, «το δίκιο είναι με το μέρος της», είναι στην σωστή πλευρά της Ιστορίας. Η Ιστορία της χρωστά…
Και ως εκ τούτου, όταν αποφασίζει π.χ. να στήσει ένα όργιο διορισμών και εξυπηρέτησης ημετέρων, πολύ απλά δεν θεωρεί ότι έχει να απολογηθεί σε κανέναν.
Είτε δεν αισθάνεται καμία ευθύνη, όπως είπε ένας από τους κορυφαίους πολιτειακούς παράγοντες προ ημερών, είτε φτάνει σε ένα σημείο να ζητήσει μία υποκριτική συγγνώμη, η οποία ούτως άλλως αντίκρυσμα δεν έχει κανένα. Μόνο που και την συγγνώμη αυτή, που κατόρθωσε να αρθρώσει η Τασία Χριστοδουλοπούλου, την ζήτησε από φίλους και συντρόφους.
Η Αριστερά, εν ολίγοις, έχει λογαριασμούς μόνο με τον εαυτό της. Υπό αυτό το πρίσμα κάνει ό,τι κάνει και μόνο από τον εαυτό της ζητάει συγγνώμη, όταν ζορίσουν τα πράγματα.
Τώρα θα έχει την ευκαιρία να αναστοχαστεί και αν τα καταφέρει, να εφεύρει νέους μύθους. Για όσους βέβαια είναι πρόθυμοι να παραμυθιάζονται ακόμη.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Η αμορφωσιά ως επίδειξη μαγκιάς


Κατερίνα Παναγοπούλου

«Έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν» ήταν η φράση που εκτοξευόταν κάποτε ως μομφή. Πλέον αυτό άλλαξε. Αποτελεί ένδειξη μαγκιάς. Δεν θέλουμε πολιτικούς με μόρφωση ανώτερη από τη δική μας, δεν γουστάρουμε να έχουν σπουδάσει σε καλά πανεπιστήμια, μας ενοχλεί να έχουν πτυχία ξένων γλωσσών. Η μόρφωση και η επαγγελματική καταξίωση αντιμετωπίζονται από όλο και περισσότερους, αν όχι με μίσος, με καχυποψία. Όσο περνάει ο καιρός αποδεικνύεται όλο και πιο καθαρά ότι στα χρόνια του μνημονίου η οικονομική χρεοκοπία ήταν το λιγότερο που συνέβη στην ελληνική κοινωνία.
Το ταξικό μίσος καλλιεργήθηκε στοχευμένα και μεθοδικά και η πυροδότηση θυμικών αντανακλαστικών έγινε εργαλείο άσκησης πολιτικής. Η φράση «η αριστεία είναι ρετσινιά» που θεωρήσαμε ότι ανάλαφρα εκτοξεύτηκε στην παρθενική ομιλία του τότε νέου Υπουργού Παιδείας το 2015, αποδείχθηκε εμβληματική, αφού οικοδόμησε το νέο αφήγημα. Όσα ακολούθησαν είναι γνωστά. Τα πειραματικά σχολεία καταργήθηκαν στον βωμό ιδεοληψιών, οι επιστήμονες του εξωτερικού εκδιώχθηκαν από τα συμβούλια διοίκησης των ΑΕΙ, ΤΕΙ μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε ΑΕΙ, οι σημαιοφόροι βγαίνουν πλέον με κλήρωση, η αριστεία στιγματίστηκε, η «καριέρα έγινε χολέρα» και η μόρφωση πέρασε περίπου στην παρανομία.
Οι αρνητές της αξιολόγησης των υπαλλήλων στο Δημόσιο, οδήγησαν μεθοδικά στην εξίσωση προς τα κάτω και των μαθητών στο Δημόσιο σχολείο, χαρακτηρίζοντας «πρόοδο» την ισότητα στην αγραμματοσύνη και παραβλέποντας ότι η υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου, ευνοεί τους οικονομικά ευκατάστατους, που έχουν τη δυνατότητα να πάνε στα ιδιωτικά. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία, που η λογική της ήσσονος προσπάθειας εκφράζεται τόσο περήφανα και ισοπεδωτικά. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η αναφορά της Αυγής ότι η νέα υφυπουργός Μακεδονίας Θράκης «δεν πήρε μεταπτυχιακά στην Αμερική, ούτε θα τη δείτε στα κοσμικά περιοδικά. Είναι πάντα γελαστή, ανθρώπινη και σοβαρή». Σαν να αποτελεί κάτι κακό ή ασόβαρο το να έχει κάνει κανείς μεταπτυχιακά στην Αμερική.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η αντιπολίτευση αμήχανα προσπαθεί να βρει βηματισμό. Κάνει κριτική για τα γραμματικά λάθη κυβερνητικών στελεχών, αλλά στο κυβερνητικό επιτελείο μάλλον γελάνε περισσότερο ακούγοντας αυτή την κριτική, απ’ ότι τα ίδια τα λάθη. Γιατί ξέρουν καλά ότι όλα αυτά τα χρόνια έχουν καταφέρει να χτίσουν ένα ευρύ ακροατήριο που αυτά δεν τα ακούει καν. Μια μεγάλη δεξαμενή από ψηφοφόρους που αναθαρρούν βλέποντας ότι τα γραμματικά λάθη που κάνουν οι ίδιοι, τα κάνει και κάποιος που έφτασε να γίνει υπουργός. Τη στιγμή που σατιρικές εκπομπές κάνουν πάρτι με το Madame Merkel και τα social media οργιάζουν με το «we have already eaten the camel and nowthere is the queue», υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που πείστηκε ότι όλα αυτά είναι μαγκιά. Άλλωστε, πλέον μάθαμε ότι «η αριστεία είναι ρετσινιά» όπως είπε ο Α. Μπαλτάς, αλλά και ότι «καλλιεργεί τον εγωισμό» κατά την παραλλαγή Γαβρόγλου. 
Αν παρατηρήσει κανείς πώς εκτυλίσσεται ο δημόσιος διάλογος, θα δει ότι καταλογίζεται σχεδόν ως μομφή στον Μητσοτάκη το ότι έχει πτυχίο από το Χάρβαρντ και μεταπτυχιακά από τον Χάρβαρντ και το Στάνφορντ.
Στην αντίπερα όχθη υπάρχουν, βέβαια, αρκετοί που έχουν ματώσει στα θρανία, τα βιβλία και τα πανεπιστημιακά έδρανα, ψάχνουν για δουλειά με τρεις και εξήντα και θεωρούν αδιανόητο πρωθυπουργικός σύμβουλος να γράφει «η δημοκρατία δεν είναι υπόθεση των ειδήμων», η πρώην υφυπουργός Μακεδονίας Θράκης και υποψήφια δήμαρχος Θεσσαλονίκης να γράφει «συνάντηση εργασίας με τον διευθύνων σύμβουλο» και η νέα υφυπουργός Μακεδονίας Θράκης παραθέτει στο βιογραφικό της ότι έχει περπατήσει. Όμως στα μάτια πολλών όλες αυτές οι ατάκες εκπέμπουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «κι εσύ μπορείς να βρεθείς άκοπα από το μπαρ στο Μαξίμου». Δεν θέλουμε πολιτικούς καλύτερους από εμάς. Θέλουμε πολιτικούς σαν κι εμάς, για να νιώθουμε ίσοι ή και ανώτεροι.
Ίσως η καλύτερη απάντηση που δόθηκε σε όλη αυτή τη συστηματική επιχείρηση απαξίωσης της μόρφωσης ήρθε από τον καθηγητή Νομικής Γιώργο Γεραπετρίτη. Ήταν Μάρτιος του 2018 όταν σε ομιλία του ο κ. Κατρούγκαλος έλεγε: «Πιστεύετε ότι αυτοί που βρίσκονται στη Βουλή όλα αυτά τα χρόνια ήταν άριστοι; Ότι είναι καλύτεροι από εσάς; Ότι είναι πιο έξυπνοι; Πιστεύετε ότι αυτοί που έβγαλαν λεφτά τα προηγούμενα χρόνια ήταν άριστοι; Η ελίτ στην Ελλάδα δεν είναι αξιόλογη». Και γυρνώντας προς τους καθηγητές είπε: «Εσείς είστε η ελίτ».
Τότε ο καθηγητής κ. Γεραπετρίτης σηκώθηκε και απάντησε: «Επειδή κύριε Υπουργέ με κατηγορήσατε ότι είμαι η ελίτ σας θυμίζω ότι μεγάλωσα σε φτωχές γειτονιές του Πειραιά και ότι ήμασταν συμμαθητές. Σας θυμίζω επίσης ότι δεν θα πετυχαίναμε τίποτα στη ζωή μας, ούτε εσείς που είστε τώρα υπουργός, ούτε εγώ που είμαι πανεπιστημιακός, χωρίς τη μόρφωση. Μια ελπίδα είχαμε τότε για να ξεφύγουμε από την μιζέρια και το ξέρετε: Να καταφέρουμε να περάσουμε σε ένα καλό σχολείο. Και τα καταφέραμε και περάσαμε σε ένα πρότυπο σχολείο, στην Ιωνίδειο. Από αυτό το σχολείο καταφέραμε να κάνουμε ότι κάναμε και να φτάσουμε όπου φτάσαμε. Μη μου λέτε λοιπόν εμένα για ελίτ, ούτε για αριστεία. Η αριστεία μας έφτασε εδώ που μας έφτασε και εσάς και εμένα». Και απευθυνόμενος στους φοιτητές του που παρακολουθούσαν την ομιλία, ο κ. Γεραπετρίτης είπε:
«Παιδιά, να ξέρετε ότι ο δρόμος είναι ένας... Η ανηφόρα»
Ίσως αυτό ακριβώς θα πρέπει να είναι και το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας...



Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Το ηθικό μειονέκτημα της Aριστεράς


Γράφτηκε από τον Κώστα Κούρκουλο
«Στους νικητές αρκεί η νίκη» ψέλλιζε ο Σπύρος Μαρκεζίνης, βλέποντας τους νικητές του εμφυλίου, τυφλωμένους από το μίσος να κανιβαλίζουν πάνω στους ηττημένους και να τους μετατρέπουν σε μάρτυρες. Διότι αυτός ήξερε πολύ καλά πως, σε μία θρησκευόμενη χώρα στην οποία η εκκλησία γιορτάζει ολόκληρο πάνθεο αγιοποιημένων μαρτύρων, οι μάρτυρες θα ήταν τελικά οι ηθικοί νικητές.
Και πράγματι, επιτελέστηκε ακόμη μία «πανουργία» της ιστορίας. Αφού, λόγω της στάσης των νικητών, οι ηττημένοι αγιοποιήθηκαν. Και ως άγιοι της ιστορίας, την «έγραψαν» κι από πάνω. Έτσι, η ήττα στο πεδίο της μάχης, μετατράπηκε σε ιδεολογικό και ηθικό θρίαμβο των ηττημένων.
Βεβαίως, στην ιδεολογική και ηθική κυριαρχία της Αριστεράς, έπαιξε σημαντικό ρόλο και η ποιότητα των νικητών. Και δεν εννοούμε μόνον τον εσμό των δωσιλόγων και μαυραγοριτών, οι οποίοι ήταν δευτερεύουσα αριθμητικά ομάδα, αλλά κυρίως τη λούμπεν φιλοβασιλική παράταξη.
Και όπως ήταν φυσικό, ως προϊόν της ηθικής κυριαρχίας της Αριστεράς, προέκυψε και το αντίστοιχο ιδεολόγημα: Ήταν το λεγόμενο «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς. Το οποίο, μετά και την αδιάκριτη προληπτική δίωξη των αριστερών από τη χούντα, εγκαταστάθηκε στη συλλογική μας συνείδηση και έκτοτε την υπερκαθορίζει, ως «συλλογικό υπερεγώ». Δεν είναι τυχαίο ότι, όποιος εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης του «ηθικού πλεονεκτήματος», κατέκτησε και το δικαίωμα να ορίζει ως υπέρτατος κριτής, κεντρικές μας «σημασίες», όπως: Ποιος είναι «με το λαό», ποιος είναι «εχθρός του λαού» κ.ο.κ. Και όχι μόνον, αλλά απένειμε στον εαυτό του και την εξουσία να απαγορεύει την κριτική στις πράξεις του και στις διακηρύξεις του, αφού οι άγιοι δεν κρίνονται.
Η περίπτωση του ΚΚΕ, το οποίο εμφανίζεται ως απώτερος ιδιοκτήτης του «ηθικού πλεονεκτήματος», είναι εφιαλτική. Διότι, με την εκμετάλλευσή του, απέκτησε την ασυλία να ενοχοποιεί και να απαγορεύει κάθε κριτική για τις πράξεις και τις διακηρύξεις του. Και όχι μόνον, αλλά πέτυχε να επιβάλει ακόμη και στους αντιπάλους του, να ονομάζουν «συνέπεια» την εκ μέρους του παρανοϊκή εμμονή σε ό,τι διαψεύστηκε και «αγωνιστική συμπεριφορά», οποιαδήποτε πράξη δολιοφθοράς επιχειρεί κατά της οικονομίας της χώρας!
Ανακύπτει όμως το ερώτημα: Είναι πραγματικό το «ηθικό πλεονέκτημα» που απονεμήθηκε στην Aριστερά ή πρόκειται για φαντασίωση; Το πρώτο που πρέπει να εκκαθαριστεί, είναι τι όρισε η σταλινική Aριστερά ως ηθική; Η απάντηση είναι γνωστή: Την ταύτιση με αυτό που ονόμασε «σκοπούς της ιστορίας». Οι οποίοι δεν είναι τίποτε άλλο, από την εκ μέρους της κατάκτηση της εξουσίας, με όλα τα μέσα, στο όνομα μιας συγκεκριμένης «κοινωνικής τάξης». Την οποία «κοινωνική τάξη» μας διαβεβαιώνει ότι εκπροσωπεί, χωρίς όμως ποτέ να επιδείξει την σχετική «εξουσιοδότηση». Που πάει να πει πως τόσο οι  «σκοποί της ιστορίας», όσο και η εκ μέρους της «εκπροσώπηση» συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, είναι μία φαντασίωση της σταλινικής αριστεράς. Όπου, ως μοναδική «απόδειξη» για την βασιμότητα της φαντασίωσής της, επικαλείται την ίδια τη φαντασίωσή της!
Συνεχίζοντας, ό,τι υπηρετεί τον «σκοπό της ιστορίας», δηλαδή την κατάκτηση της εξουσίας από την Αριστερά, είναι η εκπλήρωση της ανώτατης ηθικής. Γι’ αυτό, ακόμη και τα εγκλήματα -αν υπηρετούν τον συγκεκριμένο σκοπό- ονομάζονται «ηθική».
Έτσι, «ηθική» ήταν τα σαρανταπεντάρια της 17Ν, διότι σκότωναν για να «επιταχύνουν» την πραγμάτωση των «σκοπών της ιστορίας». Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κουφοντίνας στο βιβλίο του μιλάει συνεχώς για την «αίσθηση της   ιστορίας», την οποία δήθεν διαθέτει. Και όχι μόνον, αλλά ως «μυημένος» λαμβάνει και μηνύματα από το μέλλον, αφού -όπως λέει- αφουγκράζεται τη «βουή της ιστορίας». Με άλλα λόγια  δηλώνει ότι «ακούει φωνές» από το μέλλον. Είναι οι «φωνές» που θεωρεί ότι του δίνουν το δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο των άλλων.
«Ηθική» είναι επίσης, η μεγαλύτερη επιχείρηση εξαπάτησης που γνωρίσαμε ποτέ, η οποία εξαπολύθηκε από τη σημερινή νεοσταλινική Aριστερά. Και είναι «ηθική», επειδή υπηρετεί την άνοδο, αλλά και την διατήρησή της στην εξουσία.  Δεν είναι τυχαίο ότι, η «ηθική» αυτή επέτρεψε τα πάντα. Έτσι, είδαμε να αλλάζει το νόημα των λέξεων, προκειμένου να καταργηθεί η διαφορά αλήθειας - ψέματος. Μέχρι τέτοιου σημείου μάλιστα, ώστε να μετατρέπεται στα χέρια τους η γλώσσα, από όργανο επικοινωνίας σε εργαλείο τεχνητής πρόκλησης αντανακλαστικών. Να εκπίπτει δηλαδή σε «παυλωφική γλώσσα». Το χειρότερο όμως ήταν ότι για πρώτη φορά στην ιστορία μας, το ψέμα που εκφέρεται από αυτούς, δεν είναι ψέμα, αλλά ο «θρίαμβος της αλήθειας», αφού υπηρετεί τη μοναδική «αλήθεια», που είναι η εξουσία της Aριστεράς. Και δεν έχει τελειωμό η έκπτωση. Διότι, για να επιβληθούν οι παραλογισμοί αυτοί, καταργήθηκαν και οι κανόνες της λογικής. Έτσι, σε ό,τι λέγεται, δεν υπάρχουν πια προκείμενες και συμπέρασμα, όπως «ανόητα» δίδασκε ο Αριστοτέλης, αλλά μόνον συμπέρασμα. Το οποίο ορίζουν και επιβάλλουν αυθαίρετα αυτοί, με την εξουσία του «ηθικού πλεονεκτήματος». Γι’ αυτό άλλωστε, προσπαθούν να δημιουργήσουν μία κοινωνία, από όπου θα έχουν εξοριστεί ακόμη και οι ερωτήσεις.
Η ταύτιση όμως της ηθικής με τους «σκοπούς της ιστορίας», δηλαδή με μία εξωτική ηθική, συνεπάγεται την κατάργηση της ηθικής των ανθρώπων, δηλαδή της ίδιας της ηθικής. Έτσι «καταργήθηκαν» ως μικροαστικές αγκυλώσεις που εμποδίζουν την εκπλήρωση των σκοπών της ιστορίας, όλοι οι κανόνες της ανθρώπινης ηθικής. Μέχρι τέτοιου σημείου μάλιστα, ώστε ανήχθη σε καθήκον, ακόμη και η συγκάλυψη σεξουαλικών εγκλημάτων κατά γυναικών, με την απλή μετονομασία της σε «πολιτική ωριμότητα»! (Δεν θα επιδοθούμε σε απαρίθμηση παρεκτροπών, διότι  δεν υπάρχει πτυχή ή κανόνας της ανθρώπινης ηθικής, που δεν παραβιάστηκε).
Και όλα αυτά διότι, καθηλωμένοι στα Ζητήματα Λενινισμού του Στάλιν, δεν έμαθαν ποτέ το προφανές: ότι μόνον οι άνθρωποι έχουν σκοπούς. Και ότι οι σκοποί των ανθρώπων, οι αξίες τους και οι σημασίες τους, είναι αποκλειστικά δικές τους δημιουργίες. Άρα, ως δημιουργοί των σκοπών τους, είναι αυτοί που τους θέτουν. Αντίθετα, η ιστορία δεν έχει σκοπούς. Η ιστορία δεν σκέφτεται, δεν σχεδιάζει, δεν συνωμοτεί. Άλλωστε, αναφέρεται στο τελεσίδικο παρελθόν. Γι’ αυτό ακριβώς, «η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά οι πράξεις των ανθρώπων, που επιδιώκουν τους δικούς τους σκοπούς» (Κ. Μαρξ - Φ. Εγκελς, Η Αγία Οικογένεια). Και επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν σκοποί της ιστορίας, «δεν υπάρχει επιστήμη των μελλόντων και των ενδεχομένων». Γι’ αυτό και ζητούμενο πάντοτε είναι η ικανότητα να καταλαβαίνει κάποιος μέσα στο «χάος των γεγονότων και των πληροφοριών […] περί τίνος πρόκειται», όπως επισήμαινε ο Κορνήλιος Καστοριάδης.
Ώσπου, η ύπαρξη σκοπών της ιστορίας αποδείχτηκε αυταπάτη. Δεν ήταν όμως αυταπάτη αλλά πραγματικότητα, η δολοφονία της ηθικής, η οποία διαπράχθηκε χάριν της αυταπάτης. Έτσι, μετά την αποκάλυψη της αυταπάτης, έμειναν και χωρίς αυταπάτες και χωρίς ηθική. Κι αυτό τους «έλυσε τα χέρια». Και τους επιτρέπει πλέον να ενεργούν με μοναδικό «προσόν» την έλλειψη κάθε ηθικής αναστολής, ως τυπικοί κυνικοί της εξουσίας. Με άλλα λόγια, το «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς, εξέπεσε σε ηθικό μειονέκτημα.


Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Κωστή Παλαμά: «Ο δωδεκάλογος του γύφτου»


Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ είναι ένα συνθετικό ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1907. Σ’ αυτό ο Γύφτος παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης, αδούλωτης ψυχής και της δημιουργικής δράσης που δε σταματάει πουθενά, δεν υποτάσσεται σε τίποτε, αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούρια και τα γερά.
Ο Προφητικός είναι ο όγδοος από τους δώδεκα λόγους και ο πιο παλιός. Γράφτηκε το 1899, δηλαδή την επαύριο της εθνικής ταπείνωσης του '97 . Σ’ αυτόν ο ποιητής, βαθιά πληγωμένος, εκφράζει τη συνείδηση του έθνους του. Το σκηνικό τοποθετείται στο Βυζάντιο και τα γεγονότα μετατρέπονται σε προφητείες. Βλέπουμε στην Πόλη το βασιλιά να διασκεδάζει, να παίρνει μέρος σε αγώνες σαν άλλος Νέρωνας και να αποθεώνεται από τους κόλακες και τους αυλόδουλους. Ο Τούρκος πλησιάζει, αλλά όλοι μένουν αδιάφοροι, παραδομένοι στη διαφθορά. Κανένας δεν ακούει τη φωνή των ακριτών. Ο ποιητής-προφήτης τα βλέπει όλ’ αυτά, αγανακτεί και προλέγει το χαμό της πολιτείας. Ο πόνος του για τον ξεπεσμό και το κατάντημα που βλέπει, φτάνει ως τα όρια της απελπισίας και από κει αναδύεται ένα όραμα ελπίδας και αισιόδοξο μήνυμα εθνικής αναγέννησης.

Υπενθυμίζουμε ότι δύο καταστροφικά γεγονότα σημαδεύουν την Ελλάδα εκείνης της εποχής και διαμορφώνουν μια βαριά ατμόσφαιρα που επισκίαζε την καθημερινότητα και η οποία είχε άμεση επίδραση στον ψυχισμό, στα αισθήματα και ασφαλώς στην έμπνευση του ποιητή.
Τα γεγονότα αυτά ήσαν:
1.      Η πτώχευση του 1893. Στις 10 Δεκεμβρίου 1893 ο τότε Πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει από το βήμα της βουλής ότι «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», κηρύσσοντας επίσημα το ελληνικό κράτος σε κατάσταση πτωχεύσεως, ως προς τις πληρωμές στο εξωτερικό. Η είδηση της πτωχεύσεως προκάλεσε την εξέγερση όλων των δανειστών: Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο ζητούσαν την κεφαλή του Τρικούπη και απαιτούσαν ομόφωνα την επιβολή διεθνούς ελέγχου πάνω στις εισπράξεις των προσόδων του δημοσίου. Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε πια η Ελλάδα δεν ήταν τόσο το ποσό του χρέους, όσο ο διεθνής κλονισμός της ελληνικής αξιοπιστίας. Η διεθνής ανυποληψία της Ελλάδας δεν περιοριζόταν μόνο στους οικονομικούς κύκλους, αλλά επεκτεινόταν ταχύτατα και στο χώρο των πολιτικών συναλλαγών.
2.     Ο πόλεμος του 1897. Στις 27 και 28 Μαρτίου του 1897, 3.000 ενόπλων της Εθνικής Εταιρίας εισέβαλαν στην Οθωμανική επικράτεια σε 3 σώματα∙ στην αρχή είχαν επιτυχία και καταδίωξαν τις ασθενείς τουρκικές φρουρές. Δύο μέρες όμως αργότερα προσβλήθηκαν από τακτικό στρατό, διασκορπίσθηκαν και επέστρεψαν στο ελληνικό έδαφος. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την οργή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και χαρακτηρίστηκε ως ανειλικρινής πράξη, ενώ στην Τουρκία έδωσε την αναζητούμενη αφορμή πολέμου. Η κυβέρνηση βέβαια προσπάθησε να απεκδυθεί της ευθύνης εκείνης της ενέργειας, ήταν όμως πολύ αργά. Το απόγευμα της 5ης/17ης  Απριλίου η Πύλη ανακοίνωσε στον Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι είχε αποφασίσει τη διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων και την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο ελληνικός στρατός άσχημα οργανωμένος και εξοπλισμένος θα υποστεί αλλεπάλληλες ήττες θα χάσει εδάφη και θα οπισθοχωρήσει. Η υποχώρηση αυτή άφησε τους Οθωμανούς Τούρκους κύριους της θεσσαλικής πεδιάδας. Οι Τούρκοι κράτησαν τα ελληνικά εδάφη στα βόρεια και ανατολικά της γραμμής ανακωχής μέχρι τις 22 Νοεμβρίου 1897, οπότε υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη η συνθήκη ειρήνης.

Ο ατυχής πόλεμος του 1897 κι η προηγηθείσα χρεοκοπία του 1893 είχαν δημιουργήσει την εποχή εκείνη ένα εξαιρετικά δυσοίωνο κλίμα για την Ελλάδα. Ο ποιητής ανήσυχος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα και βλέποντας τις συνεχείς αστοχίες στους χειρισμούς των εθνικών ζητημάτων, επιχειρεί να θυμίσει στους συγκαιρινούς του πως η καταστροφή δεν αργεί να προκύψει, όταν οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα των καταστάσεων. Άλλωστε, δεν είχαν περάσει παρά μερικές δεκαετίες από τότε που οι Έλληνες είχαν με κόπο απελευθερώσει μέρος μόνο του σημερινού ελληνικού εδάφους∙ κι οι Τούρκοι δε θα δίσταζαν να εκμεταλλευτούν τη δεινή οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας.
Ο ποιητής, ωστόσο, τοποθετεί την προφητεία του στο χρονικό πλαίσιο των τελευταίων χρόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, προλέγοντας την πτώση της και τη λήθη που θα σκεπάσει το πέρασμα του κάποτε ένδοξου βασιλείου. Αποφεύγει, δηλαδή, να αναφερθεί ανοιχτά στα γεγονότα της εποχής του, καθώς αυτό θα έδινε, όχι μόνο παροδικό χαρακτήρα στους στίχους του, αλλά και θα τους έφερνε στο επίπεδο του απλού πολιτικού σχολιασμού, υπονομεύοντας αισθητά την αποτελεσματικότητα της μεταδιδόμενης προειδοποίησης. Αντιθέτως, τη στιγμή που προφητεύει την πτώση του Βυζαντίου, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πολύ καλά την εγκυρότητα της πρόβλεψης∙ γνωρίζει ήδη από την ιστορία πως η μεγάλη αυτή αυτοκρατορία κατέρρευσε και αλώθηκε, έχοντας περάσει από τα χέρια ανθρώπων που υπέπεσαν σε σοβαρά λάθη∙ ανθρώπων που ενώ θα έπρεπε να μεριμνούν για τις ανάγκες της εκείνοι φρόντιζαν για τη δική τους ευχαρίστηση και πλουσιοπάροχη ζωή.
Ο Προφήτης είναι αμείλικτος στην περιγραφή του. Τα σημάδια που θ’ αφήσει η αυτοκρατορία στη μνήμη των ανθρώπων, θα είναι ελαφρότερα κι από αυτά που αφήνει η πρωινή δροσιά. Κανείς δε θα θυμάται και κανείς δε θα θρηνήσει για το χαμό της, πέρα από τα κλαψοπούλια (οι κουκουβάγιες) σε βράδια αχνά -σε βράδια που χάνουν σιγά σιγά την έντασή τους, όπως χάνεται κι η μνήμη της αυτοκρατορίας-, κι οι κλαίουσες ιτιές πάνω απ’ τα εναπομείναντα μνήματα.

«Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές∙
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές∙
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.»

Η πτώση της αυτοκρατορίας -όπως κι η πτώση και τα προβλήματα κάθε κράτους- δεν προέκυψε νομοτελειακά ή ως κάτι τυχαίο. Ήταν απόρροια της κακής διοίκησης, της διαφθοράς, των αλόγιστων δαπανών, της σπάταλης διαχείρισης και του κοντόφθαλμου σχεδιασμού εκείνων που είχαν την ευθύνη της διοίκησής της. Η καταρρέουσα αυτοκρατορία δεν είναι το αθώο θύμα μιας κακής συγκυρίας, είναι υπεύθυνη για τον όλεθρό της, γι’ αυτό και θα πληρώσει τα λάθη της, όχι μόνο με την καταστροφή της, αλλά και με μια αδιάκοπη, μεταθανάτια τιμωρία.
Η διεφθαρμένη Ψυχή της αυτοκρατορίας θα εγκαταλείψει το σάπιο κορμί της, για τον ενταφιασμό του οποίου δε θα βρεθεί ούτε το ελάχιστο κομμάτι γης. Θα παραμείνει ένα άθαφτο ψοφίμι, βορά των άγριων σκυλιών και των ερπετών. Κι ό,τι θα κρατά απ’ αυτό ο Καιρός, ο διαρκώς υπάρχων χρόνος, θα είναι η φρικτή ανάμνηση ενός πανάθλιου σκελετού.
Οι εξαιρετικά απωθητικές εικόνες που δημιουργεί εδώ ο ποιητής για τη μοίρα που προσμένει την αποσυντιθέμενη αυτοκρατορία, φανερώνουν όλη την αγανάκτησή του για τα λάθη, για τον ολέθριο ωφελιμισμό και τη διαφθορά των κρατούντων, που παρασύρουν στην καταστροφή μια ολόκληρη αυτοκρατορία. Η απληστία, η ασυδοσία, τα πάθη και οι ανούσιες απολαύσεις των λίγων ισχυρών, έχουν ως αποτέλεσμα τη διάλυση μιας ένδοξης αυτοκρατορίας ή σε συσχέτιση με το παρόν του ποιητή ενός κράτους που δημιουργήθηκε με τις αιματηρές θυσίες των απλών πολιτών.  

«Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.»


Η πτώση, αλλά και η μετέπειτα σκληρή τιμωρία της αυτοκρατορίας, θα συνεχιστεί μέχρι να τη λυπηθεί ο Θεός της αγάπης, μέχρι να φανεί πως έχει πληρώσει αρκετά για την πληθώρα των κριμάτων της. Και τότε θα έρθει το κάλεσμα του λυτρωμού, τότε η διεφθαρμένη Ψυχή θ’ ακούσει τη φωνή του σωτήρα της, και αφού απαλλαγεί από τις πρότερες αμαρτίες της, αφού εγκαταλείψει όλους αυτούς τους τρόπους που την οδήγησαν στο χαμό, θ’ αρχίσει να λαμβάνει και πάλι ζωή. Θα αρχίσει να κινείται απαλά, όπως η χλόη υπό τη δύναμη ενός ελαφρού αέρα, όπως πετά ένα πουλί, όπως απαλά κινείται το στήθος μιας γυναίκας ή ένα κύμα.
Κι αφού δε θα υπάρχει πια άλλο πιο χαμηλό σημείο για να πέσει, αφού θα έχει ήδη κατρακυλήσει μέχρι το πιο βαθύ σημείο τη σκάλα του Κακού, της αμαρτίας και του ολέθρου∙ θα υπακούσει στο κάλεσμα του λυτρωτή της και θα αισθανθεί να φυτρώνουν ξανά τα φτερά του αλλοτινού της μεγαλείου.

«Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»

Ο Προφήτης προβλέπει για την κατεστραμμένη αυτοκρατορία μιαν ανέλπιστη διαδικασία επιστροφής, μιαν αναγέννηση που θα προκύψει όμως από τις στάχτες της, κι αφού προηγουμένως έχει πληρώσει για τα λάθη του παρελθόντος. Ο ποιητής σε πρώτη ανάγνωση ενδίδει στη γοητεία του μύθου, που θέλει το ξαναγέννημα της αυτοκρατορίας, αλλά επί της ουσίας απευθύνει τα λόγια του στους ανθρώπους της εποχής του. Το ελληνικό κράτος που μοιάζει να βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, μπορεί να γνωρίσει μια νέα άνθιση, μπορεί να γνωρίσει στιγμές μεγαλείου, αρκεί να απαλείψει, όσο είναι καιρός, τα λάθη και τις αδυναμίες των ηγετών του. Το ελληνικό έθνος μπορεί να φτάσει σε νέα ύψη δόξας, αρκεί να συνειδητοποιήσει πως τίποτε το σπουδαίο δεν πετυχαίνεται, όταν οι άνθρωποι -και ιδίως οι κρατούντες- αφήνονται στη ματαιοδοξία, στην ανούσια χλιδή και στο κυνήγι του προσωπικού κέρδους. Τίποτε σπουδαίο δεν γίνεται, όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν πώς να διασκεδάσουν και να χαρούν το επισφαλές παρόν τους, χωρίς να φροντίζουν για τη διασφάλιση ενός ισχυρού και ακμάζοντος μέλλοντος.



Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης.